αγαλλιάζομαι
ρήμα1. Νιώθω έντονη, ευχάριστη συναισθηματική φόρτιση και ψυχική ανάταση, που εκδηλώνεται με ζεστασιά, ζωηρή διάθεση και συχνά φανερή έκφραση θαυμασμού ή ευχαρίστησης.
Συνώνυμα
χαίρομαι ευφραίνομαι αναγαλλιάζω ευτυχώ εκστασιάζομαι πανηγυρίζω κεφάνομαι πετάω ξεφαντώνω χοροπηδώ τρελαίνομαι χαίρω
Αντώνυμα
λυπάμαι θλίβομαι στεναχωριέμαι στενοχωριέμαι μελαγχολώ απογοητεύομαι σκυθρωπιάζω καταθλίβομαι κατσουφιάζω απελπίζομαι εκνευρίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Μόλις έμαθα τα νέα, αγαλλιάζομαι.
- Κάθε Πάσχα αγαλλιάζομαι στις εκκλησιαστικές τελετές.
- Μπροστά στο ηλιοβασίλεμα αγαλλιάζομαι από την ομορφιά της φύσης.
- Όταν τα παιδιά γελούν, αγαλλιάζομαι σαν να είμαι κι εγώ μικρός.
- Ακούγοντας εκείνη τη μελωδία, αγαλλιάζομαι και νιώθω ανάταση.