διερμηνεία
ουσιαστικό1. Διαδικασία μετατροπής προφορικού λόγου από μια γλώσσα σε άλλη σε πραγματικό χρόνο, με σκοπό την επικοινωνία μεταξύ ομιλητών διαφορετικών γλωσσών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διερμηνεία ήταν ταυτόχρονη στη σύνοδο κορυφής.
- Ζητήσαμε διερμηνεία για τον μάρτυρα που δεν μιλάει ελληνικά.
- Η διερμηνεία του ρόλου από την ηθοποιό απέσπασε διθυράμβους.
- Η διερμηνεία του ποιήματος διαφέρει ανάλογα με το αναγνωστικό πλαίσιο.
- Η διερμηνεία του κώδικα από τον διερμηνέα είναι πιο αργή από τη μεταγλώττιση.