βέρα
ουσιαστικό1. Δαχτυλίδι, συνήθως από μέταλλο (κυρίως χρυσό ή πλατίνα), που φοριέται στο δάχτυλο και χρησιμεύει ως σύμβολο γάμου ή αρραβώνα.
2. Δαχτυλίδι-κόσμημα γενικά, κατασκευασμένο από μέταλλο ή άλλο υλικό, που φοριέται για διακόσμηση ή ως προσωπικό στολίδι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βέρα είναι σύμβολο του γάμου.
- Έβγαλε τη βέρα πριν μπει στη θάλασσα.
- Αντάλλαξαν τις βέρες τους μπροστά στους καλεσμένους.
- Έχασα την βέρα μου στην άμμο χθες το απόγευμα.
- Μια απλή βέρα μπορεί να κρύβει μεγάλη συγκίνηση.