μαγεύω

ρήμα

1. Προκαλώ σε κάποιον έντονη θαυμαστική ή αιχμαλωτιστική εντύπωση, έτσι ώστε να αποσπάται η προσοχή ή να γοητεύεται.

2. Επιδρώ με τρόπο που κάνει κάποιον να αισθάνεται σαν να βρίσκεται υπό υπερφυσική ή μυστική επιρροή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το θέαμα του ηλιοβασιλέματος με μαγεύω κάθε φορά.
  • Η μουσική της μαγεύω το κοινό από την πρώτη νότα.
  • Το παραμύθι μαγεύω τα παιδιά και τα κάνει να ονειρεύονται.
  • Η ομορφιά του τοπίου με μαγεύω τόσο που έμεινα άφωνος.
  • Η καλλιτέχνιδα μαγεύω το ακροατήριο με τη φωνή της.