ελαττωματικός
επίθετοΠου έχει ελάττωμα ή σφάλμα στην κατασκευή, στη δομή ή στη λειτουργία, με αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνεται πλήρως στις προδιαγραφές ή στην επιδιωκόμενη απόδοση.
Συνώνυμα
χαλασμένος σπασμένος προβληματικός σφαλματικός δυσλειτουργικός σκάρτος κατεστραμμένος φθαρμένος ατελής ελλειμματικός αστοχικός κακοσχεδιασμένος παραμορφωμένος παραποιημένος εσφαλμένος άχρηστος ελλιπής χειρότερος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το νέο ψυγείο ήταν ελαττωματικό και το επιστρέψαμε στο κατάστημα.
- Η εταιρεία αντικατέστησε όλα τα ελαττωματικά εξαρτήματα.
- Η επιχειρηματολογία του άρθρου ήταν ελαττωματική και τα συμπεράσματα δεν πείθουν.
- Η εφαρμογή απέτυχε λόγω ενός ελαττωματικού αρχείου ρυθμίσεων.
- Οι ελαττωματικοί σύνδεσμοι στη σελίδα προκαλούν λάθη κατά την περιήγηση.