δήθεν

επίθετο

1. Που παρουσιάζεται ή χαρακτηρίζεται ως πραγματικό, αυθεντικό ή σοβαρό, ενώ στην ουσία είναι προσποιητό, πλαστό ή ψευδές.

2. Που αποβλέπει στο να δημιουργεί εντύπωση ή να ενισχύει το κύρος χωρίς πραγματική βάση.

Συνώνυμα

υποτιθέμενος λεγόμενος αυτοαποκαλούμενος τάχα ψευδής ψεύτικος πλαστός προσχηματικός φαινομενικός μαϊμού φαινομενικά εικονικός επιτηδευμένος προφανώς

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δήθεν ειδικός έδινε αβάσιμες συμβουλές.
  • Έκανε τον δήθεν ανήξερο για να αποφύγει την ευθύνη.
  • Ισχυρίστηκε δήθεν ότι βρισκόταν στο εξωτερικό.
  • Οι δήθεν φίλοι του εξαφανίστηκαν όταν χρειάστηκε βοήθεια.
  • Ο δήθεν αθώος δεν μπορούσε πια να κρυφτεί.