μουγγός

επίθετο

1. Που δεν έχει τη δυνατότητα ομιλίας ή δεν παράγει φωνή.

2. Που τηρεί σιωπή και δεν εκφράζεται φωνητικά, είτε από αδυναμία είτε από επιλογή.

Συνώνυμα

μουγκός βουβός βωβός άφωνος άλαλος αμίλητος μουγκαμένος σιωπηλός φιμωμένος ήσυχος αθόρυβος

Αντώνυμα

ομιλητικός λαλίστατος παπαγάλος λαλιάρης πολύλογος φλύαρος φωνακλάς εκφραστικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μουγγός της γειτονιάς επικοινωνούσε με νοήματα.
  • Έμεινε μουγγός όταν άκουσε την απροσδόκητη είδηση.
  • Ο τόπος έμεινε μουγγός μπροστά στην καταστροφή.
  • Παρά τις κατηγορίες, ο μάρτυρας παρέμεινε μουγγός.
  • Στο έργο, ο ήρωας παρουσιάζεται ως μουγγός που εκφράζει όλα τα συναισθήματα με πράξεις.