αδάμαστος
επίθετο1. Που δεν δαμάζεται, δεν υποτάσσεται ή δεν εξημερώνεται από εξωτερική δύναμη ή επιρροή (για άνθρωπο, ζώο ή φυσικό φαινόμενο).
2. Που δεν υποχωρεί ή δεν ενδίδει σε πίεση, κίνδυνο ή προσπάθεια ελέγχου, διατηρώντας σταθερή αντίσταση.
Συνώνυμα
αλύγιστος ανίκητος ανυπότακτος ακαταμάχητος ακατάβλητος αχαλίνωτος γενναίος ατρόμητος ανεξέλεγκτος απείθαρχος ανυπάκουος άγριος ανεξάρτητος αδιάλλακτος ατσάλινος
Αντώνυμα
υποταγμένος υποδουλωμένος νικημένος κατακτημένος υπάκουος πειθήνιος ήμερος συμμορφωμένος ελεγχόμενος χαλιναγωγημένος πειθαρχημένος κατευνασμένος ηρεμημένος φοβητσιάρης δεκτικός μετρημένος περιορισμένος ήσυχος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αδάμαστος ηγέτης δεν λύγισε μπροστά στις δυσκολίες.
- Ο αδάμαστος άνεμος σάρωνε το νησί όλη τη νύχτα.
- Ο αδάμαστος λαός διατήρησε την αξιοπρέπειά του παρά τις καταστροφές.
- Ο αδάμαστος πόθος της για ελευθερία την ώθησε να αγωνιστεί.
- Ο αδάμαστος χαρακτήρας του εμπνέει εμπιστοσύνη.