ψυχρότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία το επίπεδο θερμότητας είναι χαμηλό σε σχέση με το περιβάλλον ή το αναμενόμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ψυχρότητα του νερού με ανάγκασε να βγω από τη θάλασσα.
  • Η ψυχρότητα του χειμωνιάτικου αέρα ήταν έντονη.
  • Ένιωσα τη ψυχρότητα στην απάντησή του και πληγώθηκα.
  • Στη συνάντηση επικρατούσε ψυχρότητα μετά τη διαφωνία.
  • Η ψυχρότητα του μετάλλου στο εργαστήριο προκαλούσε μούδιασμα στα δάχτυλα.