ψυχρότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία το επίπεδο θερμότητας είναι χαμηλό σε σχέση με το περιβάλλον ή το αναμενόμενο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ζεστασιά θερμότητα ζέστη στοργή φιλικότητα οικειότητα ευσπλαχνία θέρμη καύλα σπίθα σπινθήρας καρδιά γλύκα συναίσθημα πάθος ενθουσιασμός φιλοξενία αίσθημα συμπόνια ατμόσφαιρα ενσυναίσθηση συγκίνηση συναισθηματισμός τρυφερότητα συμπάθεια συναισθηματικότητα αγάπη στοργικότητα ανθρωπιά αμεσότητα φιλανθρωπία αγκαλιά πυρετός γοητεία φλόγα χημεία κλίμα έρωτας έλξη έξαψη ευγνωμοσύνη οίκτος οίστρος παρακίνηση παραφορά σπλαχνικότητα συναρπασμός ευαισθησία έκσταση έρως προτίμηση υποδοχή φυσικότητα εντύπωση καλοσύνη θερμοκρασία ευχαριστία ενθάρρυνση μεγαλοψυχία
Παραδείγματα χρήσης
- Η ψυχρότητα του νερού με ανάγκασε να βγω από τη θάλασσα.
- Η ψυχρότητα του χειμωνιάτικου αέρα ήταν έντονη.
- Ένιωσα τη ψυχρότητα στην απάντησή του και πληγώθηκα.
- Στη συνάντηση επικρατούσε ψυχρότητα μετά τη διαφωνία.
- Η ψυχρότητα του μετάλλου στο εργαστήριο προκαλούσε μούδιασμα στα δάχτυλα.