ψύχος
ουσιαστικό1. Έντονο κρύο, κατάσταση πολύ χαμηλής θερμοκρασίας που γίνεται αισθητή από το σώμα ή το περιβάλλον.
2. Περίοδος ή καιρική συνθήκη με πολύ χαμηλές θερμοκρασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βράδυ έπεσε έντονο ψύχος και πάγωσαν οι δρόμοι.
- Το χειμωνιάτικο ψύχος μπήκε ως μέσα στο σπίτι.
- Παρά το ψύχος, συνέχισαν τον περίπατό τους.
- Η περιοχή πλήττεται συχνά από δυνατό ψύχος τον Ιανουάριο.
- Το ξαφνικό ψύχος του αέρα μάς έκανε να τρέμουμε.