αχαριστία
ουσιαστικό1. Έλλειψη εκτίμησης ή ευγνωμοσύνης προς κάποιον που πρόσφερε καλό, χάρη ή βοήθεια, με αποτέλεσμα την αποτυχία αναγνώρισης ή ανταπόδοσης.
2. Συμπεριφορά ή πράξη που εκδηλώνει αυτή την απουσία αναγνώρισης για τη βοήθεια ή το καλό που δόθηκε.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν περίμενα τέτοια αχαριστία από τον φίλο μου.
- Η αχαριστία του παιδιού με πλήγωσε βαθιά.
- Σε πολλές θρησκείες η αχαριστία θεωρείται αμάρτημα.
- Μην αφήνεις την αχαριστία να καταστρέψει τις σχέσεις σου.
- Μετά την επιτυχία του, η αχαριστία του απέναντι στους συνεργάτες ήταν εμφανής.