εντύπωση
ουσιαστικό1. Το υποκειμενικό αίσθημα ή η ιδέα που δημιουργείται στο νου από μια εμπειρία, αντίληψη ή παρατήρηση.
2. Η εικόνα ή η αξιολόγηση που σχηματίζεται για ένα πρόσωπο, γεγονός ή αντικείμενο εξαιτίας της εμφάνισης, της συμπεριφοράς ή της παρουσίασής του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου έκανε εντύπωση η ταχύτητα της απάντησής του.
- Προσπάθησε να δώσει την εντύπωση ότι όλα είναι υπό έλεγχο.
- Έχω την εντύπωση ότι τον έχω ξαναδεί.
- Το θέαμα προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στους θεατές.
- Η πρώτη εντύπωση μετράει σε κάθε συνέντευξη.