ανθρωπιά
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή η στάση που εκδηλώνεται με φροντίδα, κατανόηση και έμπρακτη βοήθεια προς άλλους, ιδιαίτερα προς όσους βρίσκονται σε ανάγκη, διατηρώντας σεβασμό στην αξιοπρέπειά τους.
Συνώνυμα
ανθρωπινότητα ανθρωποσύνη ανθρωπότητα συμπόνια ευσπλαχνία σπλαχνικότητα καλοσύνη φιλανθρωπία ανθρωπισμός αλληλεγγύη γενναιοδωρία ευαισθησία ευγένεια καρδιά ψυχή επιείκεια ενσυναίσθηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανθρωπιά του γείτονα φάνηκε όταν βοήθησε μετά την πλημμύρα.
- Μη χάνεις την ανθρωπιά σου ακόμα κι αν είσαι θυμωμένος.
- Η ανθρωπιά της κοινωνίας δοκιμάζεται σε περιόδους κρίσης.
- Τους παρακάλεσα να δείξουν ανθρωπιά απέναντι στους πρόσφυγες.
- Τι ανθρωπιά είναι αυτή;