συμπαθητικός
επίθετο1. Που προκαλεί ή εμπνέει συμπάθεια, ευχάριστη εντύπωση ή θετική διάθεση προς πρόσωπο, συμπεριφορά ή αντικείμενο.
2. Που εκφράζει ή επιδεικνύει συμπάθεια, συμπαράσταση ή φιλική διάθεση απέναντι σε άλλους.
Συνώνυμα
συμπαθής ευχάριστος αρεστός φιλικός γλυκός προσιτός ευγενικός αγαπητός χαριτωμένος λατρευτός κουλ ωραίος κούκλος καλοσυνάτος πρόσχαρος γοητευτικός ελκυστικός όμορφος ζεστός σαγηνευτικός καλός εμπιστεύσιμος ευπρόσδεκτος ανοιχτόκαρδος ευμενής συμπονετικός ανθρώπινος κοινωνικός ευγενής δελεαστικός υποστηρικτικός εγκάρδιος
Αντώνυμα
αντιπαθητικός δυσάρεστος βδελυρός αντιπαθής απωθητικός απεχθής αποκρουστικός εχθρικός ψυχρός ενοχλητικός αγενής απαίσιος αφιλόξενος αντικοινωνικός αηδιαστικός ανυπόφορος απειλητικός φρικιαστικός αντίθετος εκφοβιστικός σπαστικός σιχαρός αδιάφορος άσχημος απρόσιτος βαρετός απαθητικός απιθαρικός άψυχος απάνθρωπος απόμακρος άκαρδος μαλάκας προσβλητικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συμπαθητικός γείτονας πάντα μας βοηθάει με τα ψώνια.
- Η συμπαθητική καθηγήτρια εξήγησε το μάθημα με υπομονή.
- Το νέο καφέ στην πλατεία είναι συμπαθητικό και έχει ωραίο καφέ.
- Η νοσοκόμα ήταν πολύ συμπαθητική απέναντι στους ασθενείς.
- Το συμπαθητικό νευρικό σύστημα ενεργοποιείται σε καταστάσεις στρες.