συμπαθητικός

επίθετο

1. Που προκαλεί ή εμπνέει συμπάθεια, ευχάριστη εντύπωση ή θετική διάθεση προς πρόσωπο, συμπεριφορά ή αντικείμενο.

2. Που εκφράζει ή επιδεικνύει συμπάθεια, συμπαράσταση ή φιλική διάθεση απέναντι σε άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο συμπαθητικός γείτονας πάντα μας βοηθάει με τα ψώνια.
  • Η συμπαθητική καθηγήτρια εξήγησε το μάθημα με υπομονή.
  • Το νέο καφέ στην πλατεία είναι συμπαθητικό και έχει ωραίο καφέ.
  • Η νοσοκόμα ήταν πολύ συμπαθητική απέναντι στους ασθενείς.
  • Το συμπαθητικό νευρικό σύστημα ενεργοποιείται σε καταστάσεις στρες.