πετάω
ρήμα1. Κινούμαι μέσα στον αέρα ή προκαλώ κίνηση μέσα στον αέρα, υπερβαίνοντας την επιφάνεια του εδάφους με τη βοήθεια φτερών, κινητήρων ή αεροδυναμικών δυνάμεων.
Συνώνυμα
πετώ πετάζω ρίχνω εκσφενδονίζω εκτοξεύω απορρίπτω ξεφορτώνομαι ξεφορτώνω χώνω ξεκουμπώνω εξωθώ ευτυχώ κατασπαταλώ απογειώνομαι πλανιέμαι φτερουγίζω αποβάλλω πετάγομαι κοπανάω τρέχω σπεύδω ξεπετάω δίνω προτείνω στέλνω παρατώ πηδάω κινούμαι διώχνω σπαταλάω ανυψώνομαι απομακρύνω αποπέμπω διατυπώνω μετακινώ παραθέτω σκορπίζω αγαλλιάζομαι απαλείφω αποδιώχνω εκβάλλω εκδιώχνω εκλύω εξορίζω επιρρίπτω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα πετάω με αεροπλάνο για τη Θεσσαλονίκη.
- Κάθε εβδομάδα πετάω τα παλιά περιοδικά που δεν χρειάζομαι.
- Στη συζήτηση πετάω ένα σύντομο σχόλιο και μετά ακούω τις αντιδράσεις.
- Με την είδηση πετάω από τη χαρά.
- Την Κυριακή πετάω χαρταετό στην παραλία.