παρακμή

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή διαδικασία κατά την οποία ένας οργανισμός, ένας θεσμός, μια κοινότητα ή το επίπεδο αξιών και πρακτικών χάνει σταδιακά τη ζωτικότητα, την αποτελεσματικότητα, την επιρροή ή την κοινωνική θέση του, συνοδευόμενη από υποβάθμιση λειτουργιών και προτύπων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παρακμή μιας αρχαίας πόλης αποτυπώνεται στα ερείπια και στα εγκαταλελειμμένα μνημεία.
  • Η συνεχής διαφθορά οδήγησε στην παρακμή του πολιτικού συστήματος.
  • Η βαριά κρίση προκάλεσε παρακμή στην τοπική οικονομία και αύξησε την ανεργία.
  • Το παλιό εργοστάσιο έπεσε σε παρακμή και τώρα είναι επικίνδυνο.
  • Η μακροχρόνια ασθένεια επέφερε παρακμή στη σωματική και ψυχική του κατάσταση.