παρακμή
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή διαδικασία κατά την οποία ένας οργανισμός, ένας θεσμός, μια κοινότητα ή το επίπεδο αξιών και πρακτικών χάνει σταδιακά τη ζωτικότητα, την αποτελεσματικότητα, την επιρροή ή την κοινωνική θέση του, συνοδευόμενη από υποβάθμιση λειτουργιών και προτύπων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ακμή άνθηση ανάπτυξη πρόοδος ευημερία άνοδος ανάκαμψη ανάσταση αναγέννηση αναβίωση αναζωογόνηση προκοπή ανόρθωση αύξηση αποκατάσταση αποκορύφωμα βελτίωση επικράτηση εξέλιξη ανάνηψη ανέλιξη προχώρημα πρωτοπορία κορύφωση ακαδημία ανάκτηση ανάρρωση ηγεσία κύρος δύναμη κουμάντο αξιοπρέπεια αναβάθμιση απογείωση στύλος
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρακμή μιας αρχαίας πόλης αποτυπώνεται στα ερείπια και στα εγκαταλελειμμένα μνημεία.
- Η συνεχής διαφθορά οδήγησε στην παρακμή του πολιτικού συστήματος.
- Η βαριά κρίση προκάλεσε παρακμή στην τοπική οικονομία και αύξησε την ανεργία.
- Το παλιό εργοστάσιο έπεσε σε παρακμή και τώρα είναι επικίνδυνο.
- Η μακροχρόνια ασθένεια επέφερε παρακμή στη σωματική και ψυχική του κατάσταση.