παθαίνω
ρήμα1. Υφίσταμαι βλάβη, ασθένεια, τραυματισμό ή άλλη δυσμενή φυσική κατάσταση που προκαλεί πόνο, μειωμένη λειτουργία ή ζημία.
2. Υποβάλλομαι ή δέχομαι συνέπεια, επίδραση ή μεταβολή στην κατάσταση μου ως αποτέλεσμα εξωτερικής ή εσωτερικής αιτίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που πίνω πολύ καφέ, παθαίνω πονοκέφαλο.
- Με τέτοιες ειδήσεις παθαίνω μεγάλη απογοήτευση.
- Αν το κινητό πέσει στο νερό, παθαίνει ζημιά.
- Αν δω κάτι τέτοιο, παθαίνω σοκ.
- Τι παθαίνεις; Είσαι αφηρημένος σήμερα.