συμβαίνω
ρήμα1. Λαμβάνει χώρα ένα γεγονός ή μια κατάσταση.
2. Εκδηλώνεται ή προκύπτει για κάποιο πρόσωπο ή πράγμα, ως εμπειρία ή συνέπεια.
3. Συμπίπτει χρονικά ή τοπικά με άλλο γεγονός ή κατάσταση.
Συνώνυμα
γίνομαι τυχαίνω προκύπτω παρουσιάζομαι εμφανίζομαι παρατηρείται εκδηλώνομαι συντελείται εμφανίζεται παθαίνω συντρέχω συμπίπτω εξελίσσομαι τρέχω σκάω ξετυλίγομαι εγείρομαι
Αντώνυμα
αποφεύγεται αποτρέπεται παρεμποδίζεται εμποδίζεται ματαιώνεται ακυρώνεται αναβάλλεται αναιρείται μηδενίζεται απωθείται
Παραδείγματα χρήσης
- Τι συμβαίνει εδώ;
- Στην επιχείρηση συμβαίνουν συχνά αλλαγές.
- Τι σου συμβαίνει;
- Μου συμβαίνει να ξεχνάω τα κλειδιά όταν βιάζομαι.
- Δεν ξέρω πώς συμβαίνει αυτό.