τραυματίζομαι
ρήμα1. Παθαίνω σωματική βλάβη ή κάκωση, συνήθως από ατύχημα, πτώση, χτύπημα ή άλλη επιβλαβή αιτία.
2. Υφίσταμαι βλάβη ή έντονη ταλαιπωρία σε ψυχικό ή συναισθηματικό επίπεδο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έπεσα από το ποδήλατο και τραυματίζομαι στο πόδι.
- Οι αθλητές μπορούν να τραυματίζονται εύκολα όταν δεν ζεσταίνονται σωστά.
- Προσπαθώ να προσέχω, για να μη τραυματίζομαι στη δουλειά.
- Ο οδηγός δεν φορούσε ζώνη και τραυματίζεται σοβαρά στο ατύχημα.
- Αν δεν φοράς κράνος, μπορεί να τραυματίζεσαι στο κεφάλι ακόμη και από μια μικρή πτώση.