πάσχω
ρήμα1. Αισθάνομαι πόνο, δυσφορία ή ταλαιπωρία στο σώμα ή στην ψυχή λόγω τραυματισμού, ασθένειας ή ψυχικής οδύνης.
2. Βρίσκομαι υπό την επίδραση νόσου ή παθολογικής κατάστασης που προκαλεί συμπτώματα και μειωμένη λειτουργικότητα.
Συνώνυμα
υποφέρω δεινοπαθώ βασανίζομαι κακοπαθώ οδυνώμαι έχω παθαίνω υφίσταμαι ταλαιπωρούμαι δοκιμάζομαι κακουχούμαι πληγώνομαι οδύρομαι πονώ τραβάω τρώνω ζορίζομαι πιέζομαι στενοχωρούμαι υπόκειμαι
Αντώνυμα
χαίρομαι αναρρώνομαι αναρρώνω υγιαίνω θεραπεύομαι ευτυχώ ευημερώ ευφραίνομαι χαίρω γλιτώνω ευδαιμονώ ανθίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Πάσχω από αϋπνία εδώ και χρόνια.
- Η γιαγιά μου πάσχει από αρθρίτιδα και δυσκολεύεται να περπατήσει.
- Το νοσοκομείο πάσχει από έλλειψη προσωπικού.
- Πάσχουμε όλοι όταν χάνουμε κάποιον αγαπημένο.
- Η κοινωνία πάσχει όταν επικρατεί αδικία και ανισότητα.