κακοπαθώ

ρήμα

1. Υφίσταμαι σωματική ή ψυχική ταλαιπωρία, πόνο ή βάσανα λόγω ασθένειας, ατυχήματος ή άλλων δυσμενών περιστάσεων.

2. Υφίσταμαι κακή μεταχείριση από άλλους, δέχομαι εξευτελισμό, κακοποίηση ή βία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τον τελευταίο μήνα κακοπαθώ από τις συνεχείς ημικρανίες.
  • Με τη νέα δουλειά κακοπαθώ, δουλεύω δώδεκα ώρες την ημέρα.
  • Αφού έχασα τη φίλη μου, κακοπαθώ κάθε μέρα.
  • Οι συνάδελφοι με απομονώνουν και κακοπαθώ στη δουλειά.
  • Όταν προσπαθώ να μάθω κάτι δύσκολο, κακοπαθώ αλλά δεν τα παρατάω.