ολοκλήρωση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή ενέργεια κατά την οποία ένα έργο, μία εργασία ή μία δραστηριότητα ολοκληρώνεται και φτάνει στην τελική, πλήρη μορφή του.
2. Κατάσταση κατά την οποία κάτι βρίσκεται σε τελικό, τελειωμένο ή πλήρως υλοποιημένο στάδιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ολοκλήρωση του έργου αναμένεται τον Δεκέμβριο.
- Στο μάθημα μαθηματικών εξηγήθηκε η ολοκλήρωση και οι βασικές της εφαρμογές.
- Η ολοκλήρωση των σπουδών της της έδωσε μεγάλη ικανοποίηση.
- Μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής, το κτίριο θα δοθεί σε χρήση.
- Η ολοκλήρωση της πληρωμής είναι απαραίτητη για την αποστολή της παραγγελίας.