περαίωση

ουσιαστικό

Ολοκλήρωση μιας διαδικασίας ή υπόθεσης, ιδίως διοικητικής, οικονομικής ή φορολογικής, με τον τελικό έλεγχο και τον καθορισμό των οφειλόμενων ή των εκκρεμοτήτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η περαίωση της φορολογικής υπόθεσης ολοκληρώθηκε χθες.
  • Μετά από μήνες ελέγχου, η περαίωση του φακέλου έγινε επιτέλους.
  • Η περαίωση των εργασιών του έργου ανακοινώθηκε επίσημα.
  • Για την περαίωση της διαδικασίας χρειάζονται ακόμη μερικά δικαιολογητικά.
  • Η γρήγορη περαίωση των εκκρεμοτήτων μάς έδωσε ανακούφιση.