μπλοκάρισμα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή γεγονός κατά το οποίο εμποδίζεται ή διακόπτεται η ροή, η κίνηση ή η λειτουργία ενός αντικειμένου, μηχανήματος, συστήματος ή διαδικασίας.
Συνώνυμα
αποκλεισμός απόφραξη κλείδωμα κόλλημα πάγωμα συμφόρηση έμφραξη απόκρουση μπλοκ εμπλοκή εμπόδιο φράγμα φράξιμο φραγή κλείσιμο ακινητοποίηση παρακώλυση διακοπή στασιμότητα αναστολή αδιέξοδο κόψιμο αναχαίτιση παράλυση στάσιμότητα ακινησία εγκλωβισμός υστέρηση καθυστέρηση απεργία αποτροπή αβουλία αγνόηση κωλυσιεργία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μπλοκάρισμα του προφίλ του στο κοινωνικό δίκτυο έγινε χωρίς προειδοποίηση.
- Το μπλοκάρισμα της κάρτας προκάλεσε προβλήματα στις αγορές του.
- Υπήρξε μπλοκάρισμα στην εθνική οδό λόγω τροχαίου ατυχήματος.
- Το τεχνικό μπλοκάρισμα του διακομιστή απέτρεψε την πρόσβαση στον ιστότοπο.
- Κατά τη διάρκεια της εξέτασης ένιωσε μπλοκάρισμα και δεν μπορούσε να θυμηθεί τις απαντήσεις.