μελαγχολία
ουσιαστικό1. Βαθιά, συχνά διαρκής κατάσταση λύπης και στοχαστικής νοσταλγίας που συνοδεύεται από μείωση της ενεργητικότητας, μειωμένο ενδιαφέρον για καθημερινές δραστηριότητες και τάση προς εσωστρεφή προβληματισμό.
Συνώνυμα
μελαγχολισμός μελαγχολικότητα θλίψη λύπη κατήφεια αθυμία στενοχώρια κατάθλιψη δυσθυμία κακοκεφιά μιζέρια σκυθρωπιά καημός μαυρίλα στεναχώρια απαισιοδοξία μουτρωμάρα απογοήτευση μεμψιμοιρία απελπισία πένθος συναίσθημα ζόφος νοσταλγία πίκρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσε βαθιά μελαγχολία μετά την είδηση.
- Η ταινία αποπνέει διαρκώς μελαγχολία.
- Οι στίχοι του τραγουδιού εξέπεμπαν γλυκιά μελαγχολία.
- Ο γιατρός διάγνωσε σοβαρή μελαγχολία.
- Το φθινόπωρο φέρνει πάντα λίγη μελαγχολία στις βόλτες μας.