κάνω
ρήμα1. Εκτελώ ή πραγματοποιώ ενέργεια ή σειρά ενεργειών με σκοπό την επίτευξη κάποιου αποτελέσματος.
2. Παρασκευάζω, διαμορφώνω ή δημιουργώ κάτι χρησιμοποιώντας μέσα, εργαλεία ή διαδικασίες.
Συνώνυμα
εκτελώ πραγματοποιώ διεκπεραιώνω επιτελώ τελώ φτιάχνω δημιουργώ παράγω κατασκευάζω ετοιμάζω συντάσσω οργανώνω υλοποιώ ολοκληρώνω εκπληρώνω διενεργώ διαπράττω παρασκευάζω μαγειρεύω δρω πράττω προκαλώ προξενώ οδηγώ μετατρέπω μετασχηματίζω συνθέτω σχηματίζω ενεργώ ασκώ δουλεύω πραγματώνω σχεδιάζω φτιάνω κάμνω καθιστώ προβαίνω περπατώ πηγαίνω ασχολούμαι επιδιώκω επιφέρνω συντελώ οικοδομώ συντηρώ διαμορφώνω κερδίζω παριστάνω σκαρώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί κάνω γυμναστική στο πάρκο.
- Πρέπει να κάνω την εργασία μέχρι το βράδυ.
- Την κάνω να γελάει με τα αστεία μου.
- Σήμερα κάνω σούπα για όλη την οικογένεια.
- Συγγνώμη, κάνω λάθος σε αυτό το νούμερο.