μαγειρεύω
ρήμα1. Εκτελώ τη διαδικασία παρασκευής φαγητού, συνδυάζοντας και μετασχηματίζοντας υλικά με χρήση θερμότητας ή άλλων τεχνικών ώστε να γίνουν κατάλληλα για κατανάλωση.
Συνώνυμα
παρασκευάζω ετοιμάζω φτιάχνω κάνω αλλοιώνω κουζινάρω συντάσσω στήνω σχεδιάζω πειράζω πλαστογραφώ παραποιώ σκευωρώ συνωμοτώ σκαρώνω ψήνω βράζω τηγανίζω σοτάρω καβουρδίζω σιγοβράζω ζεσταίνω ζυμώνω φουρνίζω προετοιμάζω επινοώ παραχαράσσω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Κυριακή μαγειρεύω σπιτικό φαγητό για όλη την οικογένεια.
- Στις διακοπές, μαγειρεύω μαζί με ντόπιους για να μάθω νέες συνταγές.
- Για το δείπνο των καλεσμένων μαγειρεύω ένα ιδιαίτερο μενού.
- Μην ανησυχείς, εγώ δεν μαγειρεύω κανένα σχέδιο πίσω από την πλάτη σου.
- Στην εφημερίδα έγραψαν ότι εγώ μαγειρεύω τα στοιχεία της υπόθεσης, αλλά είναι ψέμα.
- Όταν είμαι νευρική, μαγειρεύω για να ηρεμήσω.