ευχαρίστηση

ουσιαστικό

1. Εσωτερική, ευχάριστη συναισθηματική κατάσταση που συνοδεύεται από αίσθημα ικανοποίησης, ανάτασης ή ευεξίας, συχνά ως αποτέλεσμα ικανοποίησης κάποιας επιθυμίας, ανάγκης ή αισθητικής εμπειρίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πάντα νιώθω ευχαρίστηση όταν διαβάζω ένα καλό βιβλίο.
  • Με μεγάλη ευχαρίστηση αποδέχομαι την πρόσκλησή σας.
  • Ήταν για μένα πραγματική ευχαρίστηση να σας βοηθήσω.
  • Η ανακοίνωση του αποτελέσματος γέμισε τους γονείς με ευχαρίστηση.
  • Το μικρό δώρο έδωσε ευχαρίστηση στα παιδιά.