επιφυλακτικός
επίθετο1. Που δείχνει προσοχή και δισταγμό απέναντι σε πρόσωπα, πληροφορίες ή προτάσεις, αποφεύγοντας την άμεση εμπιστοσύνη ή αποδοχή.
Συνώνυμα
διστακτικός προσεκτικός προφυλακτικός καχύποπτος συγκρατημένος συνετός σκεπτικός υποψιασμένος αβέβαιος εσωστρεφής μετρημένος συνεσταλμένος απρόθυμος μυστικοπαθής φυλαγμένος αποστασιοποιημένος ψυχρός αποφευκτικός συντηρητικός παρατηρητικός διακριτικός αμφίβολος αναποφάσιστος ανασφαλής απόμακρος σώφρων φοβικός φρόνιμος παρανοϊκός ντροπαλός αμφιταλαντευόμενος δειλόψυχος επιλεκτικός κρυπτικός μαζεμένος
Αντώνυμα
ανοιχτός αδίστακτος εκδηλωτικός κατηγορηματικός παρορμητικός αφελής ατρόμητος απερίσκεπτος διαχυτικός θαρραλέος ανοιχτόκαρδος απρόσεκτος αμέριμνος αποφασιστικός εξωστρεφής ορμητικός συναισθηματικός τολμηρός βέβαιος άφοβος ανοικτός αποφασισμένος αυτοπεποίθητος παιχνιδιάρης πληθωρικός πρόσχαρος ριψοκίνδυνος ανυποψίαστος ζεστός ανέμελος ανοιχτόμυαλος γενναίος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γιατρός παρέμεινε επιφυλακτικός για τη διάγνωση μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα.
- Η Μαρία ήταν επιφυλακτική όταν άκουσε την πρόταση συνεργασίας.
- Οι γονείς ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα παιδιά.
- Το δελτίο τύπου ήταν επιφυλακτικό ως προς τις λεπτομέρειες των μέτρων.
- Οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί μετά τα τελευταία οικονομικά στοιχεία.