επιφυλακτικός

επίθετο

1. Που δείχνει προσοχή και δισταγμό απέναντι σε πρόσωπα, πληροφορίες ή προτάσεις, αποφεύγοντας την άμεση εμπιστοσύνη ή αποδοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γιατρός παρέμεινε επιφυλακτικός για τη διάγνωση μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα.
  • Η Μαρία ήταν επιφυλακτική όταν άκουσε την πρόταση συνεργασίας.
  • Οι γονείς ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα παιδιά.
  • Το δελτίο τύπου ήταν επιφυλακτικό ως προς τις λεπτομέρειες των μέτρων.
  • Οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί μετά τα τελευταία οικονομικά στοιχεία.