επιβεβαιώνω
ρήμα1. Δηλώνω ή αποδεικνύω ότι μια πληροφορία, δήλωση ή γεγονός είναι αληθινό, έγκυρο ή αξιόπιστο.
2. Εξασφαλίζω την ορθότητα, τη νομιμότητα ή την ισχύ ενός εγγράφου, μιας συμφωνίας ή μιας διαδικασίας.
Συνώνυμα
βεβαιώνω επαληθεύω διαβεβαιώνω εξακριβώνω ελέγχω οριστικοποιώ πιστοποιώ επικυρώνω διασταυρώνω τεκμηριώνω αποδεικνύω μαρτυρώ επισημοποιώ παραδέχομαι σοβαρολογώ τσεκάρω δηλώνω βεβαιώνομαι αναγνωρίζω διαπιστώνω διασφαλίζω δικαιώνω εγγυώμαι εδραιώνω εγκρίνω κλειδώνω σφραγίζω σιγουρεύω υποστηρίζω προσυπογράφω συνυπογράφω
Αντώνυμα
διαψεύδω αμφισβητώ αντικρούω αρνούμαι αναιρώ υποθέτω μαντεύω ακυρώνω ανακαλώ εικάζω εκμηδενίζω παραποιώ υποψιάζομαι αναιρούμαι αποδομώ επιφυλάσσομαι καταρρίπτω παραχαράσσω πιθανολογώ ανασκευάζω απορρίπτω αμφιβάλλω νομίζω φαντάζομαι αναθεωρώ ανατρέπω απαρνούμαι αποσύρω διανοούμαι παραπληροφορώ πειραματίζομαι αλλοιώνω αντιφάσκω χαλάω διαστρεβλώνω μηδενίζω πλαστογραφώ
Παραδείγματα χρήσης
- Σας επιβεβαιώνω ότι έλαβα το μήνυμα.
- Σας επιβεβαιώνω το ραντεβού για την Τετάρτη στις 10:00.
- Μετά τη δεύτερη εξέταση, επιβεβαιώνω τα αρχικά ευρήματα.
- Πριν προχωρήσουμε, επιβεβαιώνω την ταυτότητα του πελάτη.
- Δεν επιβεβαιώνω την πληροφορία χωρίς περαιτέρω στοιχεία.