υποψιάζομαι
ρήμα1. Αισθάνομαι ή εκφράζω υπόνοια για κάτι ή για κάποιον χωρίς βεβαιότητα ή επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.
2. Αρχίζω να θεωρώ πιθανή μια εξήγηση ή αιτία για ένα γεγονός βάσει ενδείξεων, ενστίκτου ή διαίσθησης.
Συνώνυμα
υποπτεύω υποπτεύομαι εικάζω πιθανολογώ μαντεύω νομίζω πιστεύω δυσπιστώ υποθέτω αναρωτιέμαι αμφιβάλλω φοβάμαι νιώθω σκέφτομαι καταλαβαίνω φαντάζομαι αισθάνομαι παρατηρώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- υποψιάζομαι ότι ο φίλος μου δεν είπε όλη την αλήθεια.
- Από τα συμπτώματα, υποψιάζομαι ότι μπορεί να έχεις ίωση.
- Με τις τελευταίες καθυστερήσεις, υποψιάζομαι ότι το έργο δεν θα τελειώσει στην ώρα του.
- Όταν είδα τα ίχνη στο χώμα, υποψιάζομαι πως κάποιος πέρασε νύχτα από τον κήπο.
- Νιώθω ανασφάλεια· υποψιάζομαι πως η προσφορά κρύβει παγίδες.