πιθανολογώ
ρήμα1. Διατυπώνω εκτίμηση για την πιθανότητα ενός γεγονότος ή αποτελέσματος βάσει ελλιπών, αβέβαιων ή ενδεικτικών στοιχείων.
2. Εκφράζω την άποψη ότι κάτι είναι πιθανό χωρίς απόλυτη βεβαιότητα, συνήθως ως υπόθεση ή προσωρινή πρόβλεψη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με βάση τα στοιχεία, πιθανολογώ ότι η συνάντηση θα αναβληθεί.
- Δεν είμαι σίγουρος· πιθανολογώ όμως πως θα συμφωνήσουν στο τέλος.
- Από τα συμπτώματα, πιθανολογώ ότι πρόκειται για γρίπη και όχι για κρυολόγημα.
- Βλέποντας τις φωτογραφίες, πιθανολογώ πως το κτίριο έχει υποστεί σοβαρές ζημιές.
- Στην έκθεση αυτή, πιθανολογώ ότι η τάση θα συνεχιστεί και το επόμενο τρίμηνο.