νομίζω
ρήμα1. Εκφράζω ή κατέχω μια γνώμη ή πεποίθηση για κάτι, χωρίς απόλυτη βεβαιότητα.
2. Υποθέτω ή συμπεραίνω προσωρινά βασιζόμενος σε ενδείξεις ή περιορισμένες πληροφορίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Νομίζω ότι αυτό το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον.
- Δεν νομίζω πως θα βρέξει σήμερα.
- Νομίζω ότι τον είδα χθες στο πάρκο.
- Από τα σημάδια, νομίζω πως έχουν φύγει ήδη.
- Οι μαθητές, νομίζω, είναι έτοιμοι για τις εξετάσεις.