εξάλειψη
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της κατάργησης ή της αφαίρεσης ενός στοιχείου, φαινομένου ή ιδιότητας από ένα σύνολο, σύστημα ή περιβάλλον.
2. Πλήρης εξαφάνιση οργανισμού, είδους ή φαινομένου ώστε να μην υπάρχει πλέον στο περιβάλλον του.
Συνώνυμα
διαγραφή κατάργηση αφαίρεση απομάκρυνση εκρίζωση σβήσιμο εκμηδένιση απαλοιφή εξαφάνιση εξόντωση εξολόθρευση αφανισμός καταστροφή εξουδετέρωση ξερίζωμα πάταξη καταπολέμηση διώξιμο καθάρισμα άρση θάψιμο κατάλυση ουδετεροποίηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξάλειψη του ιού απαιτεί εμβολιασμό και προληπτικά μέτρα.
- Η εξάλειψη των εμποδίων στην είσοδο βελτίωσε την πρόσβαση.
- Η εξάλειψη της διαφθοράς προϋποθέτει διαφάνεια και ανεξάρτητες αρχές.
- Η εξάλειψη της ομάδας από το τουρνουά προκάλεσε απογοήτευση στους φιλάθλους.
- Η εξάλειψη κάθε αμφιβολίας επιβεβαίωσε την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων.