γραμμή
ουσιαστικό1. Ευθεία ή καμπύλη χωρίς αξιοσημείωτο πλάτος που ορίζεται στο επίπεδο ή στο χώρο από τη θέση των σημείων της.
2. Σημάδι ή ακολουθία σημείων σε επιφάνεια που προκύπτει από γραφή, σχέδιο ή χάραξη.
Συνώνυμα
σειρά ουρά λωρίδα ρίγα στίχος περίγραμμα ραφή κόκα ευθεία ίχνος αυλάκι περιθώριο περίμετρος όριο άκρη ζώνη μονοπάτι διαδρομή δρομολόγιο ρότα πορεία κατεύθυνση πολιτική στυλ εντολή σύνδεση καλώδιο χαραξιά χαράκωμα χαράξη στάση σύνορο τροχιά μέτωπο προσανατολισμός νήμα σχέδιο μοτίβο τομέας άποψη φιλοσοφία φλέβα στέλεχος άξονας ακμή γένος πλεύση στάθμη αυλάκωμα γρατζουνιά ιδεολογία κοπή ορίζοντας σύρμα χαραγή συστοιχία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σχεδίασε μια γραμμή κατά μήκος του χαρτιού.
- Η νέα γραμμή του μετρό θα συνδέει το κέντρο με τα προάστια.
- Η γραμμή του τηλεφώνου ήταν απασχολημένη όλη την ημέρα.
- Διόρθωσε την τελευταία γραμμή του ποιήματος.
- Το κόμμα διατήρησε σκληρή γραμμή στις διαπραγματεύσεις.
- Στάθηκε στη γραμμή μαζί με τους υπόλοιπους για να μπει στο λεωφορείο.