στέλεχος
ουσιαστικό1. Κεντρικό ή δευτερεύον τμήμα φυτού που φέρει φύλλα, άνθη και καρπούς, μεταφέρει νερό και θρεπτικά συστατικά και στηρίζει τη δομή του φυτού.
Συνώνυμα
μίσχος κοτσάνι βλαστός κορμός καλάμι καλαμός κλώνος μέλος διευθυντής προϊστάμενος αξιωματούχος αφεντικό ηγέτης στρατιωτικός πυρήνας αξιωματικός στοιχείο ράβδος άξονας τύπος γραμμή υπάλληλος εργαζόμενος άρχων στύλος είδος υπουργός λειτουργός μάνατζερ δοκός κλωνάρι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το στέλεχος του φυτού έγινε πιο παχύ μετά το πότισμα.
- Το στέλεχος της εταιρείας παρουσίασε το νέο επιχειρηματικό πλάνο.
- Οι επιστήμονες απομόνωσαν ένα νέο στέλεχος βακτηρίου.
- Ο χειρουργός προσέχει το στέλεχος του εγκεφάλου κατά την επέμβαση.
- Το στέλεχος της μονάδας έδωσε σαφείς εντολές.