όγκος

ουσιαστικό

1. Ο τρισδιάστατος χώρος που καταλαμβάνει ένα σώμα ή μια ουσία, μετρήσιμο ως ποσότητα χώρου (π.χ. σε κυβικά μέτρα).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο όγκος του δοχείου είναι δύο λίτρα.
  • Ο όγκος του βιβλίου ξεπερνά τις 800 σελίδες.
  • Ο όγκος στον πνεύμονα διαγνώστηκε νωρίς.
  • Ο όγκος της εργασίας αυξήθηκε τον τελευταίο μήνα.
  • Ο όγκος της κίνησης στην εθνική οδό ήταν μεγάλος το πρωί.