κόκα
ουσιαστικό1. Στερεό, ασβεστοποιημένο στοιχείο του σωματικού σκελετού ζώων και ανθρώπων που παρέχει στήριξη, προστασία στα όργανα και σημεία πρόσφυσης για τους μύες.
2. Τεμάχιο ή υπολείμματα κόκκαλου, όπως αυτά που μένουν μετά την κατανάλωση κρέατος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μη δίνεις στο σκύλο κόκα από κοτόπουλο· μπορεί να πνιγεί.
- Η αστυνομία κατέσχεσε μεγάλη ποσότητα κόκα μετά την επιχείρηση.
- Το νυφικό έχει κόκα στη μέση για να διατηρεί το σχήμα του.
- Ο αρχαιολόγος βρήκε ανθρώπινα κόκα στον χώρο της ανασκαφής.
- Το σουτιέν έχει μικρές κόκα για επιπλέον στήριξη.