εσωτερικό
επίθετο1. Που βρίσκεται ή αναφέρεται στο εσωτερικό μέρος ενός χώρου, αντικειμένου ή οργανισμού.
2. Που σχετίζεται με τα εσωτερικά ζητήματα, τις λειτουργίες ή τις δομές ενός συστήματος, οργανισμού ή κράτους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εξωτερικός εξωτερικό έξω αυλή σύνορο επιφάνεια περιβάλλον πλατεία περίμετρος εξώφυλλο όψη μπαλκόνι άκρη χείλος ακμή βεράντα εξοχή περίβολος περίγραμμα πρόσοψη άκρα κέλυφος περίβλημα προαύλιο εκτός έξωθεν πλευρά ζώνη πεδίο πτέρυγα κατάστρωμα σκηνή άκρο περιθώριο παραλία δοχείο περιφέρεια στίβος τοπίο προκυμαία στράτα εξώτερος εξώτατος γραμμή αγγείο πτερύγιο γήπεδο δακτύλιος
Παραδείγματα χρήσης
- Το εσωτερικό του σπιτιού έχει μοντέρνα διακόσμηση.
- Το εσωτερικό του αυτοκινήτου είναι δερμάτινο και άνετο.
- Προτιμώ να ταξιδεύω στο εσωτερικό της χώρας την άνοιξη.
- Το εσωτερικό προσωπικό του νοσοκομείου εκπαιδεύτηκε σε νέες διαδικασίες.
- Η έρευνα εστιάζει στο εσωτερικό των κυττάρων.