δακτύλιος
ουσιαστικό1. Κυκλικό ή δακτυλιοειδές αντικείμενο, συνήθως λεπτή λωρίδα από μέταλλο, πλαστικό ή άλλο υλικό, που φοριέται στο δάχτυλο ή χρησιμεύει ως διακοσμητικό ή συνδετικό στοιχείο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Φορούσε έναν δακτύλιο από λευκόχρυσο στον παράμεσο.
- Ο δακτύλιος στο κέντρο της πόλης ισχύει τις εργάσιμες ώρες.
- Ο δακτύλιος στον κορμό δείχνει πόσα χρόνια έχει το δέντρο.
- Ένας μεταλλικός δακτύλιος συγκρατεί τη σφράγιση της μηχανής.
- Ο δακτύλιος του Κρόνου αποτελείται από πάγο και βράχους.