επιφάνεια

ουσιαστικό

1. Εξωτερικό στρώμα ή άνω όριο ενός σώματος ή αντικειμένου πάνω στο οποίο γίνεται επαφή, παρατήρηση ή εκδήλωση υφής και χρώματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Καθάρισε την επιφάνεια του τραπεζιού πριν φας.
  • Η επιφάνεια της λίμνης καθρεφτίζει τα βουνά.
  • Η επιφάνεια της σφαίρας υπολογίζεται από τον τύπο 4πr².
  • Η επιφάνεια του δαπέδου είναι είκοσι τετραγωνικά μέτρα.
  • Η συζήτηση έμεινε στην επιφάνεια και δεν άγγιξε τα ουσιώδη ζητήματα.
  • Η επιφάνεια του μετάλλου ήταν παγωμένη όταν την άγγιξα.