βοήθεια

ουσιαστικό

1. Παροχή στήριξης ή συνδρομής σε πρόσωπο, ομάδα ή οργανισμό για την αντιμετώπιση προβλήματος, την κάλυψη ανάγκης ή την επίτευξη σκοπού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Χρειάζομαι βοήθεια με τις ασκήσεις μαθηματικών.
  • «Βοήθεια!» φώναξε ο περαστικός όταν είδε το ατύχημα.
  • Σε ευχαριστώ για τη βοήθεια χθες.
  • Η οργάνωση προσέφερε βοήθεια στους πληγέντες της πλημμύρας.
  • Ζητήσαμε τεχνική βοήθεια από την υποστήριξη της εταιρείας.