βοήθεια
ουσιαστικό1. Παροχή στήριξης ή συνδρομής σε πρόσωπο, ομάδα ή οργανισμό για την αντιμετώπιση προβλήματος, την κάλυψη ανάγκης ή την επίτευξη σκοπού.
Συνώνυμα
αρωγή συνδρομή υπηρεσία χεράκι στήριξη υποστήριξη συμπαράσταση βοήθημα υποβοήθηση εξυπηρέτηση διευκόλυνση συμβολή ελεημοσύνη ευεργέτημα ευεργεσία χάρις ενίσχυση παρηγοριά χάρη χέρι σπρωξιά συνεργασία υποστήριγμα οδηγία υπόδειξη παρέμβαση επιχορήγηση παροχή στήριγμα φιλανθρωπία χορηγία επίδομα περίθαλψη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζομαι βοήθεια με τις ασκήσεις μαθηματικών.
- «Βοήθεια!» φώναξε ο περαστικός όταν είδε το ατύχημα.
- Σε ευχαριστώ για τη βοήθεια χθες.
- Η οργάνωση προσέφερε βοήθεια στους πληγέντες της πλημμύρας.
- Ζητήσαμε τεχνική βοήθεια από την υποστήριξη της εταιρείας.