υπόδειξη

ουσιαστικό

1. Πράξη ή αποτέλεσμα του υποδεικνύω: παροχή κατεύθυνσης, επισήμανσης ή πληροφορίας που καθοδηγεί συμπεριφορά ή ενέργεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υπόδειξη στο βιβλίο βοήθησε να λύσουμε το αίνιγμα.
  • Ο διευθυντής έδωσε μια υπόδειξη για το πώς να βελτιώσουμε την παρουσίαση.
  • Ο προπονητής έκανε μια υπόδειξη για τη σωστή τοποθέτηση των αμυντικών.
  • Η υπόδειξη στο χάρτη έδειχνε το μονοπάτι προς το καταφύγιο.
  • Η υπόδειξη του καθηγητή ότι δεν πρέπει να αντιγράφουν ήταν σαφής.