ατάραχος
επίθετο1. Που δεν ταράζεται εύκολα και διατηρεί την ψυχραιμία και τον αυτοέλεγχο σε δύσκολες, αναστατωτικές ή επικίνδυνες περιστάσεις.
2. Που παραμένει ανέπαφος από εξωτερικές αναταραχές και δεν παρουσιάζει εμφανείς αλλαγές στη συμπεριφορά ή στην κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ταραγμένος ανήσυχος αγχωμένος αναστατωμένος εκνευρισμένος νευρικός πανικόβλητος αγωνιώδης αποσβολωμένος συντετριμμένος ταραχώδης θυμωμένος εκρηκτικός έκπληκτος άναυδος έξαλλος αγχώδης διαταραγμένος εμβρόντητος ενοχλημένος θιγμένος θορυβημένος οργισμένος προβληματισμένος στρεσαρισμένος τσιμπημένος συγκλονισμένος τρομαγμένος φοβισμένος σπασμένος τσαντισμένος ανασφαλής συναισθηματικός φοβικός παγωμένος κατάπληκτος μανιακός σοκαρισμένος απορημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής παρέμεινε ατάραχος μπροστά στην έκπληξη των φοιτητών.
- Η νοσοκόμα έμεινε ατάραχη ενώ επικρατούσε πανικός στη μονάδα.
- Η ατάραχη θάλασσα γυάλιζε κάτω από το φεγγάρι.
- Παρά τις πιέσεις, οι μάρτυρες παρέμειναν ατάραχοι στην εξέταση.
- Ο διευθυντής μίλησε με ατάραχο ύφος και διατήρησε την τάξη.