αποκρούω
ρήμα1. Εμποδίζω με άμεση ενέργεια την πρόσκρουση, το χτύπημα ή την επίθεση, κάνοντας επαφή, αποκλίνοντας την πορεία ή απομακρύνοντας τον επιτιθέμενο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τερματοφύλακας απέκρουσε το τετ-α-τετ και κράτησε το σκορ.
- Οι φρουρές απέκρουσαν την εχθρική επίθεση τη νύχτα.
- Η επιτροπή απέκρουσε την πρόταση συγχώνευσης λόγω των όρων.
- Το εμβόλιο αποκρούει τον ιό και μειώνει τη σοβαρότητα της νόσου.
- Κατά τη συζήτηση, η δικηγόρος αποκρούει τα επιχειρήματα της αντίπαλης πλευράς.