αποθηκεύω

ρήμα

1. Τοποθετώ ή διατηρώ αντικείμενα σε κατάλληλο χώρο ή συσκευασία ώστε να παραμείνουν ασφαλή και διαθέσιμα για μελλοντική χρήση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ αποθηκεύω τα βιβλία στο πάνω ράφι για να μην τα χάσω.
  • Στον υπολογιστή μου αποθηκεύω τα αρχεία εργασίας κάθε βράδυ.
  • Σε αυτήν την μπαταρία αποθηκεύω την ενέργεια που παράγεται από τις ηλιακές κυψέλες.
  • Όταν ψήνω, αποθηκεύω τα πλεονάζοντα τρόφιμα στο ψυγείο σε αεροστεγή δοχεία.
  • Στη μνήμη του εγκεφάλου αποθηκεύω εικόνες και εμπειρίες από τα ταξίδια.