απέχω
ρήμα1. Βρίσκομαι σε απόσταση από κάποιο πρόσωπο, τόπο ή σημείο, με την απόσταση να μετριέται σε μήκος ή χρόνο.
2. Αποφεύγω ή δεν παίρνω μέρος σε κάποια ενέργεια, διαδικασία ή απόφαση, εκδηλώνοντας αποχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συμμετέχω παρευρίσκομαι παρίσταμαι πλησιάζω προσεγγίζω ταυτίζομαι εμπλέκομαι παρεμβαίνω προσέρχομαι συνεισφέρω ψηφίζω αγγίζω πηδάω αντιστοιχώ διαπράττω επεμβαίνω συμφωνώ υπερέχω ενώνομαι επιχειρώ τρώω συναντώ δοκιμάζω πίνω θυμίζω διαλέγω δέχομαι παρακολουθώ γιορτάζω ανακατεύομαι καπνίζω λιγουρεύομαι μπουκάρω παρασύρομαι προσχωρώ πράττω ορέγομαι πραγματοποιώ προσβλέπω ανήκω περνώ παίζω τρελαίνομαι κατευθύνομαι ακουμπάω σχετίζομαι υφίσταμαι καίγομαι αφήνομαι συμπορεύομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Το χωριό απέχει είκοσι χιλιόμετρα από την πόλη.
- Μέχρι την παράσταση απέχει μια εβδομάδα.
- Από τότε απέχω από το κάπνισμα.
- Το ένα έργο απέχει πολύ σε ποιότητα από το άλλο.
- Ως κριτής, απέχω όταν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.