αναίρεση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή αποτέλεσμα με το οποίο παύει να έχει ισχύ προηγούμενη απόφαση, νόμος, δικαιοπραξία ή άλλη έννομη κατάσταση, καθώς και η διαπίστωση ότι κάτι είναι πλέον ανίσχυρο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αναίρεση της απόφασης έγινε δεκτή από τον Άρειο Πάγο.
  • Η αναίρεση του νόμου προκάλεσε πολιτικές αναταράξεις και έντονες συζητήσεις.
  • Ζήτησε την αναίρεση της σύμβασης λόγω σοβαρής παραβίασης των όρων.
  • Νέα στοιχεία οδήγησαν στην αναίρεση της προηγούμενης επιστημονικής θεωρίας.
  • Η εταιρεία εξέδωσε αναίρεση των λανθασμένων δηλώσεων και ζήτησε συγγνώμη.