εγκυρότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία έγγραφο, απόφαση ή κανονισμός γίνεται δεκτό και παράγει έννομα αποτελέσματα σύμφωνα με νόμους ή προβλεπόμενες διαδικασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ακυρότητα αναίρεση ανακρίβεια διαστρέβλωση διαστροφή αναξιοπιστία ψευδότητα αναλήθεια αβάσιμότητα μπαρούφα σφάλμα απάτη μπούρδα αερολογία μπουρδολογία παραποίηση ασυνέπεια παραπληροφόρηση ψεύδος ημιμάθεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η εγκυρότητα του διαβατηρίου ελέγχθηκε στο αεροδρόμιο.
- Η εγκυρότητα της έρευνας επιβεβαιώθηκε με επαναλήψεις και στατιστική ανάλυση.
- Πρέπει να διασφαλίσουμε την εγκυρότητα των δεδομένων πριν από την εξαγωγή συμπερασμάτων.
- Η εγκυρότητα των πληροφοριών αμφισβητήθηκε λόγω της έλλειψης αξιόπιστων πηγών.
- Η εγκυρότητα του εισιτηρίου λήγει στο τέλος του μήνα.