φταίξιμο
ουσιαστικόΗ κατάσταση κατά την οποία αποδίδεται σε κάποιον η ευθύνη για ένα λάθος, σφάλμα, παράλειψη ή βλάβη, καθώς και το αίσθημα ή η επίκριση που συνοδεύει αυτή την απόδοση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φταίξιμο για το ατύχημα βαραίνει τον οδηγό.
- Μην αναλαμβάνεις όλο το φταίξιμο, δεν έφταιξες μόνο εσύ.
- Δεν έχω κανένα φταίξιμο — δεν ήμουν παρών εκείνη την ώρα.
- Το φταίξιμο πέφτει στην εταιρεία για την καθυστέρηση.
- Δεν νιώθω φταίξιμο για όσα έγιναν, έπραξα όπως έπρεπε.